Showing posts with label ΑΡΘΡΟ. Show all posts
Showing posts with label ΑΡΘΡΟ. Show all posts

Thursday, March 2, 2017

Βία στα γήπεδα

Η βία στα γήπεδα είναι ένα φαινόμενο πολυσύνθετο το οποίο έχει αποκτήσει δραματικές διαστάσεις κυρίως στις μέρες. Με το πέρασμα των ετών, πολλές έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί  με σκοπό να καταγραφούν οι αιτίες ανάπτυξης της βίας στα γήπεδα καθώς και οι τρόποι αντιμετώπισης της συγκεκριμένες μάστιγας. Στο άρθρο που ακολουθεί, η Δρ Βίκυ Γκόλτση, Υπεύθυνη της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Μητροπολιτικού Κολλεγίου, εξηγεί το φαινόμενο της βίας στα γήπεδα βάσει ψυχολογικών και κοινωνικών μελετών που έχουν γίνει.  

Το προφίλ του οπαδού που επιλέγει τη βία

Mία καλά στοιχειοθετημένη θεωρία που εξηγεί το ψυχολογικό προφίλ του οπαδού με εκδηλώσεις επιθετικότητας είναι η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, πάντα σε συνδυασμό με άλλα χαρακτηριστικά προσωπικότητας του ατόμου αλλά και εξωτερικές συνθήκες που ευνοούν την εκδήλωσης της βίας (Wann, 1997). Το αίσθημα της απογοήτευσης που φέρνει η ματαίωση (κακή απόδοση της ομάδας) και οδηγεί τα άτομα στην επιθετικότητα. Βασική είναι ακόμη η υπόθεση των εξωτερικών συνθηκών όπως η υψηλή θερμοκρασία, ο συνωστισμός και κυρίως η χρήση του αλκοόλ. Τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ευθύγραμμη σχέση μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ και επιθετικότητας. Χωρίς λοιπόν να αγνοούνται οι εξωτερικές αυτές μεταβλητές, η ψυχολογική ταύτιση με την ομάδα αποτελεί μια εξαιρετική επεξήγηση της εκδήλωσης επιθετικότητας μέσα και έξω από γήπεδα. Έχει βρεθεί ερευνητικά ότι οπαδοί με υψηλή ταύτιση αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο έναν αγώνα και μια πολεμική σύρραξη (End et al. 2003). Τέλος, μια περισσότερη υπαρξιακή και δημοφιλής εξήγηση είναι αυτή του Apter (2003) ο οποίος έχει ασχοληθεί κατά κανόνα με το φαινόμενο βίας στην Αγγλία και υποστηρίζει πως ο οπαδός βιαιοπραγεί σε μια προσπάθεια να νιώσει διέγερση και ενθουσιασμό που δεν μπορεί να βρει σε άλλες δραστηριότητες στη σύγχρονη ελεγχόμενη ζωή. Μια άλλη θεωρία αποδίδει τη βία στον κοινωνικό αποκλεισμό και τις ψυχολογικές συνέπειες αυτού, σε μια προσπάθεια ανάκτησης της αυτοεκτίμησης.

Στοιχεία που συνιστούν το Χούλιγκαν του Ελληνικού γηπέδου

H οπαδική βία δεν είναι νέο φαινόμενο. Ενώ στο εξωτερικό η βία έχει εξαλειφτεί από τους αγωνιστικούς χώρους με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων (ονομαστικά εισιτήρια, επιτήρηση από ομάδες φύλαξης), στη χώρα μας συνεχίζουμε να έχουμε σοβαρά περιστατικά μέσα και έξω από τα γήπεδα. Σε μια έρευνα του 2010, εξετάστηκε η επιθετικότητα οπαδών διαφόρων ομάδων στην Ελλάδα, και ανακαλύψαμε πως η επιθετική συμπεριφορά εξηγείται σε σημαντικό βαθμό από τον ψυχολογικό τρόπο σύνδεσης του οπαδού με την ομάδα. Σημαντικός είναι ο ρόλος της μετατροπής του ποδοσφαίρου από ερασιτεχνικό σε επαγγελματικό το 1979 όπου η αντίληψη των οπαδών για το σύλλογο και τα συμφέροντα του άλλαξαν ριζικά. Ο ρόλος του κέρδους ήταν καταλυτικός και ακόμη περισσότερο ενισχύθηκε τη δεκαετία του 1990 με την εισαγωγή του θεσμού του Champions League και των τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Ακόμη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την απροθυμία της πολιτείας να αναλάβει δραστικά μέτρα δίκαιης οργάνωσης και διοίκησης του ποδοσφαίρου και των συλλόγων όπως συμβαίνει στο εξωτερικό κατά το μεγαλύτερο μέρος. Όταν κατά κοινή ομολογία, η πλειοψηφία των οπαδών πιστεύει ότι επικρατεί διαφθορά και αδικία, είναι φυσικό επακόλουθο να επιτεθεί όταν οι συνθήκες είναι ώριμες και συντρέχουν λόγοι που αναφέραμε παραπάνω. Δεν πρέπει εδώ να παραμεριστεί ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ στο θέμα. Η αναπαραγωγή βίας και ο φόβος που προκαλείται στο ευρύ κοινό, αποθαρρύνει την υγιή και αρμονική ταύτιση των οπαδών με την ομάδα τους. 

Η επίδραση των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων στην ανάπτυξη της οπαδικής βίας

Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν πως η βία ενισχύεται από πολιτικές, ιδεολογικές και πολιτισμικές διαφορές στο σύγχρονο κόσμο. Οι αντιπαλότητες και η βίαιη αντίδραση αντανακλά συχνά τις διαφορετικές αξίες μεταξύ συλλόγων και οπαδών. Ακόμη, πιο ακραία είναι η άποψη Μαρξιστών ότι η βία των οπαδών είναι η αντίδραση της εργατικής τάξης στη Μ. Βρετανία ποτ κυριαρχούσε στα γήπεδα ενάντια στην καθιέρωση της μεσαίας τάξης (Giulianotti & Armstrong, 2002). Η πλέον συνδυαστική εξήγηση αναφέρει ότι η βία είναι προϊόν: μακρο-επιδράσεων (οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών), μέσο-επιδράσεων (τρόπος δράσης, οπαδικής κουλτούρας και ταυτότητας) και ενδιάμεσων επιδράσεων (χαρακτηριστικά παιχνιδιού, όπως επικίνδυνο παιχνίδι, αντιπαλότητα ομάδων, επιθετικό παιχνίδι, αλληλεπιδράσεις μεταξύ παικτών μέσα στο γήπεδο, επεμβάσεις από αρχές τήρησης της τάξης) (Spaaij & Anderson, 2010). 

Η στάση της αστυνομίας και της πολιτείας στην αντιμετώπιση του φαινομένου

Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, το Euro to 2014 είναι η πιο ειρηνική από άποψη βίαιων συγκρούσεων μεταξύ των οπαδών. Ο λόγος; Η αστυνομία της Πορτογαλίας έκανε ουσιαστική χρήση των επιστημονικών δεδομένων στην ψυχολογία του πλήθους και υιοθέτησε έναν διαφορετικό τρόπο αστυνόμευσης. Ένα χαμηλό προφίλ που συνίσταται στην περιφρούρηση μαζών από αστυνομικούς χωρίς διακριτικά χαρακτηριστικά (στολές καταστολής, κράνη, ασπίδες κτλ). Αυτό έκανε τους οπαδούς να αντιλαμβάνονται την συνύπαρξη τους με τους αστυνομικούς σαν μια νόμιμη ενέργεια , στην ταύτιση τους με οπαδούς άλλων χωρών και στην απομόνωση των χούλιγκανς. Αυτό μας δείχνει τη σημασία αναθεώρησης του τρόπου αστυνόμευσης μέσα στα γήπεδα. Τέλος, η απαγόρευση μετακίνησης φιλάθλων σε παιχνίδια έντονης αντιπαλότητας, μπορεί να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, καθώς εντείνεται ο διαχωρισμός του 'εμείς' και 'αυτοί' που προκαλεί συγκρούσεις. Αυτό με τη σειρά του αποτρέπει και ‘υγιείς’ οπαδούς να παρακολουθήσουν αγώνες ακόμη και εντός έδρας με αποτέλεσμα οι χούλιγκαν να αντιλαμβάνονται το γήπεδο ως δική τους περιοχή. Η συνύπαρξη με υγιείς οπαδούς θα οδηγούσε στην απομόνωση τους.

Δρ. Βίκυ Γκόλτση, Ηead of Psychology Department, Mητροπολιτικό Κολλέγιο






Friday, December 23, 2016

Είναι η εξελικτική ψυχολογία μια μορφή κοινωνικού Δαρβινισμού;

Ο κοινωνικός δαρβινισμός ως όρος εισήχθη στο κοινωνικό και πολιτικό ευρωπαϊκό προσκήνιο το 1877, όπως προέκυψε από τις ιδέες των T. Malthus, H. Spencer και F. Galton. Ο κοινωνικός δαρβινισμός είναι η εφαρμογή της θεωρίας της φυσικής επιλογής σε κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα. Στην απλούστερη μορφή του υποστηρίζει την βασική ιδέα της επιβίωσης του επικρατέστερου (Howard, 1997).
Σύμφωνα με τον Howard (1997), o κοινωνικός δαρβινισμός χρησιμοποιήθηκε και συνεχίζει να χρησιμοποιείται από τις δυτικές κοινωνίες με σκοπό να προωθήσει ένα φιλελεύθερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα το οποίο αναφέρεται στον ανταγωνισμό και τον ατομικισμό σε όλα τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά θέματα. Για τους υποστηρικτές του κοινωνικού δαρβινισμού μερικές ομάδες ανθρώπων ανταγωνίζονται και επιβιώνουν ευκολότερα από άλλες ομάδες, και ο αγώνας αυτός οδηγεί στην πρόοδο του ανθρώπινου είδους. Με άλλα λόγια κάποιες ομάδες ανθρώπων έχουν πιο ισχυρά γονίδια. Αυτές οι ομάδες εξελίσσουν τον άνθρωπο και τη φύση του περισσότερο από τις αδύναμες ομάδες (Elmer, 1921).
Την περίοδο που ο Spencer ξεκίνησε να προωθεί τον κοινωνικό δαρβινισμό, η τεχνολογία και η οικονομία στο δυτικό πολιτισμό είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται πολύ περισσότερο και γρηγορότερα σε σύγκριση με άλλες κουλτούρες. Δίνοντας βάση σε αυτά τα προφανή πλεονεκτήματα, καθώς και τις οικονομικές και στρατιωτικές δομές του Δυτικού πολιτισμού, πολλοί υποστήριξαν ότι η φυσική επιλογή τελικά δεν ήταν μια θεωρία αλλά ένα θεμελιώδες αξίωμα, και αυτό διότι οι ομάδες (ή οι φυλές) που τουλάχιστον γενετικά, ήταν επικρατέστερες, όντος επιβίωναν ευκολότερα (Turner, 1985).
Συνεχίζοντας, μελέτες σχετικές με την κληρονομικότητα συνέβαλαν επίσης στη προσέγγιση του κοινωνικού δαρβινισμού, κυρίως όμως κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Στο έργο Hereditary Genius, o Galton (1869), υποστήριξε ότι η βιολογική κληρονομικότητα είναι πολύ πιο σημαντική από ό,τι το περιβάλλον για τον προσδιορισμό της ιδιοσυγκρασίας και της ευφυΐας (Hughes & Kroeler, 2012). Οι κοινωνιολόγοι και οι βιολόγοι όπως ο Lamarck, που επέκριναν τη θεωρία της κληρονομικότητας, πιστεύουν ότι οι αλλαγές στο περιβάλλον ενός ατόμου θα μπορούσαν να παράγουν φυσικές διαφοροποιήσεις, και οι διαφοροποιήσεις αυτές θα μπορούσαν να περνάνε στις επόμενες γενεές. Τελικά στις αρχές του 20ου αιώνα οι υποστηρικτές της θεωρίας της κληρονομικότητας ξεκίνησαν να λαμβάνουν θετική κριτική, και αυτό οφείλεται εν μέρει στο έργο του Γερμανού βιολόγου August Weismann. O Weismann επεσήμανε εκ νέου το ρόλο της φυσικής επιλογής, με το επιχείρημα ότι τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου καθορίζονται γενετικά από τη σύλληψη (Turner, 1985).

Προς το τέλος του 19ου αιώνα ο κοινωνικός δαρβινισμός απέκτησε αρκετούς υποστηρικτές και από την σχολή της κοινωνιολογίας. Ο δημοσιογράφος Walter Bagehot εξέφρασε τις θεμελιώδεις ιδέες των κοινωνιολόγων στο έργο του Physics and Politics (2007). Το έργο αυτό περιγράφει την ιστορική εξέλιξη των κοινωνικών ομάδων σε έθνη. Ο Bagehot υποστήριξε ότι αυτά τα έθνη εξελίχθηκαν με επιτυχία, κυρίως μέσω συγκρούσεων με άλλες ομάδες-έθνη. Για πολλούς πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνιολόγους και στρατιωτικούς, οι ιδέες αυτές δικαιολογούν σε ένα μεγάλο βαθμό την επέκταση πολλών εθνών και την κυριαρχία τους σε άλλες γεωγραφικές περιοχές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ο ιστορικός J. Fiske και ο στρατηγός A. T. Mahan, βασισμένοι στις αρχές του κοινωνικού δαρβινισμού βοήθησαν πολύ στη δημιουργία ισχυρών στρατιωτικών δομών (Hofstadter, 1944; Bannister, 1979; Wilson & Jackson, 1989).
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ένα νέο κίνημα με την ονομασία κοινωνική μεταρρύθμιση, χρησιμοποίησε τις θεωρίες του Δαρβίνου για να δώσει έναν ισχυρότερο ρόλο στη κυβέρνηση και να εισάγει διάφορες κοινωνικές πολιτικές. Το κίνημα αυτό που έγινε γνωστό ως μεταρρυθμιστικός δαρβινισμός υποστήριξε ότι, το ανθρώπινο είδος χρειάζεται νέες ιδέες και θεσμούς για να προσαρμοστεί σωστά στις μεταβαλλόμενες συνθήκες (Barnes, 1921).

Μερικοί μεταρρυθμιστές χρησιμοποίησαν τις αρχές της εξέλιξης με σκοπό να δικαιολογήσουν σεξιστικές και ρατσιστικές ιδέες που μείωναν την ισότητα. Παραδείγματος χάρη, η ευγονική που θεωρείται ακραίο είδος του μεταρρυθμιστικού δαρβινισμού, επινοήθηκε από τον F. Galton και σημαίνει καλά γεννημένος (Broberg & Roll-Hansen, 2005). Οι οπαδοί της ευγονικής ισχυρίστηκαν ότι συγκεκριμένες φυλετικές ή κοινωνικές ομάδες (συνήθως πλούσιοι Αγγλοσάξωνες) ήταν από τη φύση τους ανώτεροι από τους άλλους (Ross, 1901). Οι οπαδοί της ευγονικής πρότειναν να ελέγχουν την ανθρώπινη κληρονομικότητα δημιουργώντας συγκεκριμένες νομοθεσίες που θα απαγόρευαν το γάμο μεταξύ διαφορετικών φυλών ή θα περιόριζαν την αναπαραγωγή σε διάφορες κοινωνικά απροσάρμοστες ομάδες ανθρώπων, όπως οι εγκληματίες και οι ψυχικά ασθενείς (Adams, 1990).

Η σύνδεση του κοινωνικού δαρβινισμού με τον επιστημονικό ρατσισμό έτυχε ιδιαίτερης επεξεργασίας από το Γάλλο ανθρωπολόγο Georges Vacher de Lapouge, ο οποίος δημοσίευσε το 1889 ένα δοκίμιο με τον τίτλο «Ο Άρειος». Γι’ αυτόν η «κοινωνική επιτυχία», ήταν απόκτημα μιας φυλής και οι φυλές ήταν άνισες (ορισμένες ανώτερες, όπως οι Άρειοι, ορισμένες κατώτερες όπως οι Εβραίοι, οι μαύροι κ.α.) (Miller, 1917; Barnes, 1932).

Στην πιο ακραία τους μορφή, οι ιδέες του κοινωνικού δαρβινισμού εφαρμόστηκαν και από τους εθνικιστές της Γερμανίας (ναζί), οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως πρόφαση το κίνημα της ευγονικής για την εξόντωση Τσιγγάνων, Εβραίων, ομοφυλόφιλων, και κάθε άλλης ομάδας του πληθυσμού, μη ευπρόσδεκτης στο καθεστώς του Χίτλερ (Crook, 1994). Οι ναζί μέσα από τις ιδέες του κοινωνικού δαρβινισμού κατάφεραν να δικαιολογήσουν επιστημονικά ακόμη και τους φόνους των Εβραίων στο Ολοκαύτωμα με το πρόσχημα ότι καθάριζαν την ανθρωπότητα από κατώτερα γονίδια. Αρκετοί φιλοναζιστές διανοούμενοι διέκριναν εξελικτική ηχώ στις εκκαθαριστικές πρακτικές του Χίτλερ για την εξάλειψη ενός ολόκληρου λαού (Gasman, 1998).

Οι K. Marx και F. Engels από την άλλη, αν και αναγνώρισαν την γενική αξία του δαρβινισμού στη βιολογία, απέρριψαν τον κοινωνικό δαρβινισμό. Ο Engels μάλιστα επέμενε στην άρνησή του να εφαρμόσει βιολογικούς νόμους στις ανθρώπινες κοινωνίες. Σύμφωνα με τον Engels, οι πολιτικοί δαρβινιστές, μπορούν να περιγραφούν αρχικά σαν κακοί οικονομολόγοι και κατά δεύτερον σαν κακοί φυσικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι (Bowler, 1983).

Οι παραπάνω φιλόσοφοι, στο έργο τους Γερμανική Ιδεολογία, ισχυρίστηκαν ότι αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα, είναι η ικανότητά του να παράγει τα μέσα της επιβίωσης του. Οι άνθρωποι μπορούν να διαχωριστούν από τα ζώα λόγω της συνείδησης, της θρησκείας ή της νοημοσύνης (Bowler, 1988). Με το να παράγουν τα μέσα της επιβίωσης τους, δημιουργούν έμμεσα και την υλική τους ζωή. Το προφανές επιστημονικό σφάλμα της θεωρίας του κοινωνικού δαρβινισμού είναι ότι παραγνωρίζει το ρόλο της ανατροφής και της εκπαίδευσης, όσον αφορά τις διαφορές και τις ανισότητες που εμφανίζονται στις ανθρώπινες κοινωνίες (Claeys, 2000).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον Benton (1982), o Δαρβίνος δεν είχε την πρόθεση να δημιουργήσει μια θεωρία που θα αφορά τις ανθρώπινες κοινωνικές δομές, ή θα έχει μια δυνάμει επέκταση σε αυτές, αλλά στόχευε αποκλειστικά στη μελέτη της βιολογικής εξέλιξης. Παράλληλα, αν και στη θεωρία του Δαρβίνου υπάρχει η αντίληψη του ανταγωνισμού λόγω της ανεπάρκειας των πόρων, αυτή η ανεπάρκεια ισχύει σε πολύ μικρό βαθμό στην κοινωνική ζωή, αφού ο άνθρωπος μπορεί σήμερα να παράγει τα αγαθά για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Η σπανιότητα των πόρων σήμερα δε θεωρείται φυσική, αλλά, αντίθετα, θεσπισμένη και βασισμένη στην άνιση κατανομή των πηγών και των μέσων παραγωγής (Hodgson, 1993).

Χριστίνα Δημητριάδου, Απόφοιτος Bsc Hons Psychology


Friday, July 22, 2016

Η κοινωνική λειτουργία του γάμου

Η εξελικτική προσέγγιση, έχει διαφορετική εντελέχεια και ανταλλακτική αξία για κάθε φύλο. Για τον άνδρα αποτελεί αγαθό υψηλής αξίας, το οποίο επιζητείται για λόγους μεγιστοποίησης της διασποράς των γονιδίων του. Για τη γυναίκα, αποτελεί αγαθό που πρέπει να διαθέσει-ανταλλάξει προσεκτικά, αφενός προκειμένου να διατηρήσει την υψηλή για τον άνδρα, αξία του, αφετέρου για να εξασφαλίσει από αυτόν την επένδυση άυλων (π.χ. συναίσθημα, χρόνο, κοινωνική θέση) και υλικών πόρων στη δυαδική τους σεξουαλική σχέση, πράγμα απαραίτητο για την συντήρηση της ίδιας κατά τη μακρά διάρκεια της κύησης και μακροπρόθεσμα των παιδιών της (Weisfeld & Weisfeld, 2002).

Ο Fletcher (2002) θεωρεί ότι η εξελικτική ανάγκη διαχείρισης του σεξουαλικού αγαθού από τη γυναίκα για την πραγματοποίηση του απώτερου στόχου της, εξηγεί γιατί τείνει να επενδύει με νόημα τις σχέσεις περισσότερο από ότι ο άνδρας.

Ο Baumeister (2001) περαιτέρω προτείνει, ότι η ισχύς που διαθέτει η γυναίκα να παρέχει το σεξουαλικό αγαθό, εξηγεί την ελεγκτική-κανονιστική διάθεση του άνδρα έναντι της σεξουαλικής της συμπεριφοράς και την όλη, μεροληπτική για το φύλο της, κοινωνική θεσμοθέτηση της σεξουαλικότητάς της. Τα εμπειρικά στοιχεία σχετικά με την προέλευση του γάμου είναι ελάχιστα, καθώς εξελίχθηκε διαπολιτισμικά σε διαφορετικές εποχές και έχει οριστεί με διάφορους τρόπους.

Υπάρχει συμφωνία ότι ο γάμος ως θεσμικό όργανο δεν είναι από τόσο παλιά όσο η οικογένεια. (Lamanna & Riedmann, 2002). Ωστόσο ο γάμος είναι καθολικός, ένας δεσμός που βρίσκεται σε άλλα είδη. Ο γάμος λειτουργεί ως μια αναπαραγωγική κοινωνική ρύθμιση και καθολικά έχει οριστεί ως μια κοινωνική και νομική ένωση μεταξύ ανδρών και γυναικών, αν και μερικοί πολιτισμοί έχουν επιτρέψει στους ανθρώπους του ίδιου φύλου να παντρεύονται (Coontz 2005).

Ο κοινωνιολόγος Weber όρισε το γάμο ως «σταθερή σεξουαλική σχέση» που επιτρέπεται και νομιμοποιείται από την μεγαλύτερη ομάδα συγγενών και χρησιμοποιείται για να καθορίσει τους κανόνες σχετικά με τα περιουσιακά δικαιώματα των παιδιών (Collins 1986). Η πλειοψηφία των γάμων βασίζεται σε μονογαμία, μια ένωση μεταξύ μιας γυναίκας και ενός άνδρα, αλλά πολλές κοινωνίες έχουν επιτρέψει στους ανθρώπους να έχουν περισσότερα από ένα σύζυγο, ή πολυγαμικούς γάμους, παραπέμποντας σε συμπεριφορές που παρατηρούνται σε θηλαστικά.

Εξελικτικά, οι άνδρες αναζητούν ένα νέο, ελκυστικό, σεξουαλικό, πιστό σύντροφο. Παράλληλα, οι γυναίκες αναζητούν έναν σύντροφο μεγαλύτερο, πιο ψηλό, και (όπως και σε πολλά άλλα είδη) να είναι κοινωνικά κυρίαρχος. Τα δύο φύλα επίσης προτιμούν ένα σύντροφο υγιές, ελκυστικό, και να είναι συναισθηματικά συνδεδεμένοι μαζί του. Ένας σύζυγος που αποτυγχάνει να διατηρήσει αρκετά υψηλή την αξία του συντρόφου του, τον καθιστά ευάλωτο για χωρισμό. Επίσης, στα θηλαστικά, ο χωρισμός μπορεί να προέλθει από στειρότητα, σεξουαλική δυσαρέσκεια ή το θάνατο ενός παιδιού. Τα διαπολιτισμικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι απάνθρωποι ή υποδεέστεροι άνδρες και όσοι είναι άπιστοι στις γυναίκες τους ρέπουν στην πρόκληση χωρισμού. Σε κοινωνίες όπου οι γυναίκες είναι οικονομικά ανεξάρτητες από τους συζύγους, τα ποσοστά διαζυγίων είναι υψηλά.

Η προσέγγιση της Θεωρίας της Εξέλιξης, ασχολείται με το ρόλο των εγγενών βιολογικών στοιχείων στη διαμόρφωση της συγχρονικής συμπεριφοράς. Από τη σκοπιά αυτή, εάν μια συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορική τάση έχει γενετική βάση, θα τείνει να εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο σε κάθε επερχόμενη γενεά ανθρώπων, στο βαθμό που ενισχύει την καλή προσαρμογή και ευεξία.

Χριστίνα Πατσούρα, Απόφοιτος Bsc Psychology









Thursday, July 7, 2016

Ενασχόληση με τον αθλητισμό: γιατί μας αρέσει ένα άθλημα και μια ομάδα;

Ο άνθρωπος ασχολείται με τα σπορ από την αρχή της ιστορικής και εξελικτικής του διαδρομής. Εξαιτίας της ανταγωνιστικής τους φύσης, τα σπορ πιστεύεται ότι ικανοποιούν το ένστικτο της επιβίωσης μέσω του συμβολισμού της νίκης και της ήττας.  Ο Huizinga (1955)  στο βιβλίο του Homo Ludens, προτείνει ότι το παιχνίδι είναι βασικό συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης: μπορεί να θεωρηθεί ως απελευθέρωση ενέργειας, μια  μίμηση της πραγματικής ζωής ή ως μια ανάγκη για χαλάρωση και διασκέδαση. Σύμφωνα με την αντίληψη του Durkheim (1912) για την θρησκεία και τη θεωρία του Goffman (1959) για την καθημερινή ζωή και αλληλεπίδραση, η Birrell (1981) προτείνει ότι τα σπορ είναι αναμφισβήτητα μια κοινωνική αλληλεπίδραση με συγκεκριμένες νόρμες, αξίες, χαρακτηριστικά, συναισθήματα και σκέψεις, όπως ακριβώς μια κοινωνική τελετή: “Μια αρένα για την δημιουργία συμβολικών ηγετών και την επίδειξη ηρωικών πράξεων” (σελ. 536). Τα σπορ ως τελετουργία αποτελούνται από σύμβολα, που σύμφωνα με τον Durkheim, είναι “προστατευμένα, απομονωμένα, ξεχωριστά, απαγορευμένα και απροσπέλαστα” (Birrell, 1981, σ.357).
 
Ο Melnick (1993) δήλωσε ότι η παρακολούθηση ενός αθλήματος εξυπηρετεί τον τρόπο ικανοποίησης των αναγκών για σχεσιακή εμπλοκή σε ένα σύγχρονο κόσμο απομόνωσης, ατομικισμού και γεωγραφικής κινητικότητας. Τα άτομα κάνουν χρήση διαφόρων στρατηγικών για να βελτιστοποιήσουν τα ψυχολογικά τους κέρδη, όσο εμπλέκονται με τα σπορ και την παρακολούθηση αγώνων, όπως η υπερ-έμφαση ή απαξίωση της σύνδεσης τους με μια νικήτρια ή με μια ηττημένη ομάδα, αντίστοιχα.
 
Ο Segrave (2000) σημειώνει ότι τα σπορ έχουν το προνόμιο να παρέχουν σκοπό και νόημα ζωής, σαν μια διαφυγή από τις καθημερινές γνωστικές και συναισθηματικές πολυπλοκότητες και σαν μια ευκαιρία να νιώσει ο άνθρωπος ελεύθερος και απαλλαγμένος: “ Ο κόσμος των σπορ επίσης, παρέχει ακόμη και στους συντηρητικούς και σεμνούς, την ευκαιρία να βάψουν το πρόσωπο τους ή να ντυθούν όπως θέλουν. Που αλλού, μπορούν μεγάλοι άνδρες να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται δημοσίως; Που αλλού, οι θνητοί μπορούν να συμπεριφερθούν ως αθάνατοι;” (σελ. 72). Ομοίως, οι Elias και Dunning (1970) εξηγούν την εμπλοκή με τα σπορ και τις σχετικές με αυτά δυσλειτουργικές πράξεις (π.χ. βία), ως μια ευκαιρία για το άτομο να βρει την έξαψη και τον ενθουσιασμό που υπολείπονται στις σύγχρονες ρηχές και πεζές κοινωνίες (αναφέρονται στη Birrell, 1981).
 
Όπως σε άλλες δραστηριότητες, οι άνθρωποι συμμετέχουν στα σπορ με διαφορετικούς τρόπους. Μερικοί έλκονται από τα σπορ περισσότερο από άλλους, ενώ κάποιοι άλλοι δεν συμμετέχουν καθόλου. Η ενασχόληση με μια ομάδα, έχει οριστεί ως “μια ψυχολογική κατάσταση κινητοποίησης, διέγερσης ή ενδιαφέροντος για μια αθλητική ομάδα και για σχετικές με αυτή δραστηριότητες, που προκαλείται από ατομικά χαρακτηριστικά και περιστασιακούς παράγοντες” (Funk, Ridinger & Moorman, 2004, σ.40).
 
Οι Funk και Pastore (2000) υποστηρίζουν ότι το επίπεδο της συναισθηματικής σπουδαιότητας και η αξία που δίνει κάποιος/α σε μια ομάδα, επιδρά στο επίπεδο πίστης στην ομάδα. Αυτό επηρεάζεται και από την άμεση επαφή με την ομάδα, με την έννοια της συνεχόμενης παρακολούθησης παιχνιδιών. Οι Mahony, Nakazawa, Funk, James και Gladden (2002) διέκριναν επτά κίνητρα εμπλοκής με τα σπορ: εφήμερη επίτευξη, δραματοποίηση, περηφάνια, προτίμηση σε ένα παίκτη, δέσιμο με το άθλημα και μια συγκεκριμένη ομάδα, και αισθητική (ομορφιά).
 
Επειδή τα σπορ αποτελούν μια τελετουργική αναπαράσταση της κοινωνίας και των αξιών της, είναι σημαντικά όταν ενσωματώνουν και αντιπροσωπεύουν αυτά τα χαρακτηριστικά που έχουν μεγάλη αξία σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (Birrell, 1981). Γι αυτό το λόγο, είναι μέρος της κοινότητας και της κοινωνίας: επηρεάζουν την κοινωνική συνοχή και ακολουθούνται τελετουργικά από ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων.

Δρ. Βίκυ Γκόλτση, Ηead of Psychology Department, Mητροπολιτικό Κολλέγιο